Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γράμματα από τη Γη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γράμματα από τη Γη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 22 Δεκεμβρίου 2013

Ο Λευτέρης Κεραμίδας για τη Χώρα των Χαμένων Ευχών (το κείμενο της παρουσίασης στο βιβλιοπωλείο Πατάκη 22/12/12)

Σήμερα πέρασε ένας ολόκληρος χρόνος από την ημέρα που πραγματοποιήθηκε στο βιβλιοπωλείο των εκδόσεων Πατάκη η δεύτερη παρουσίαση της Χώρας των Χαμένων Ευχών, που ήταν αφιερωμένη στη Φωτεινή. Ήταν ένα όμορφο μεσημέρι με καλή παρέα (το Λευτέρη και το Γιάννη) και ένα υπέροχο ακροατήριο σε έναν πολύ σπουδαίο χώρο. Μακάρι κάποια μέρα να επαναλάβουμε μια εκδήλωση όπως αυτήν, αν και όλα τα καλά χάνονται στο παρελθόν.
Ακολουθεί το κείμενο που έγραψε και διάβασε ο αγαπημένος μου φίλος Λευτέρης Κεραμίδας, συγγραφέας της επικής σειράς φαντασίας "Οι Γιοι της Στάχτης":

Καλήν εσπέραν, άρχοντες

Είχα την τύχη να διαβάσω το βιβλίο όταν ολοκληρώθηκε η γραφή του, πριν ξεκινήσει το δρόμο του για έκδοση. Είχα κάνει κάποιες παρατηρήσεις επί της γραφής, αλλά όταν ο Γιώργος μού ζήτησε μια γενική γνώμη, δεν ήξερα τι να πω. Όπως είπε κι ο Γιάννης στην προηγούμενη παρουσίαση, είναι «παιδικοεφηβικό» το βιβλίο κι εγώ ανήκω σε μια γενιά που μεγάλωσε χωρίς «εφηβική λογοτεχνία». Την εποχή μας υπήρχαν μόνο παιδικά και ενήλικα έργα. Είναι ούτως ή άλλως μόδα των τελευταίων 40 ετών αυτό το young adult και η εγχώρια παραγωγή παραμένει σχεδόν ανύπαρκτη ακόμα κι αν το εφηβικό κοινό έχει και στην Ελλάδα αναγνωριστεί ως σημαντικό: έχει χρόνο και όρεξη να καταβροχθίζει σειρές ολόκληρες από χοντρούς τόμους.

Τέλος πάντων, είχα ψάξει όταν διάβασα τη Νοέλα (δεν είχε ακόμη τίτλο το βιβλίο) κι είχα βρει ένα πολύ καλό άρθρο που είχε γράψει ο Μάνος Κοντολέων, ένας από τους ελάχιστους πρωτοπόρους της εφηβικής λογοτεχνίας στη χώρα μας. Το θυμήθηκα πρόσφατα, το εντόπισα ξανά και ιδού η φράση που μου είχε μείνει περισσότερο για τον έφηβο αναγνώστη:


Το βιβλίο που θα τον αγγίξει πρέπει να είναι στο ίδιο ύψος με εκείνον, αλλά παράλληλα να μπορεί να τον σπρώξει και λίγο πιο πάνω. Λίγο όμως – τόσο ώστε να μη το φοβηθεί, αλλά ούτε και τόσο λίγο ώστε να αισθανθεί πως τον απαξιώνει.


Νομίζω πως αυτή η περιγραφή ταιριάζει στην «Πόλη των Χαμένων Ευχών». Αλλά δε φτάσαμε εκεί μέσα σε μια νύχτα. Το συγκεκριμένο βιβλίο είναι αποτέλεσμα χρόνων δουλειάς και πολλαπλών διαδοχικών εκδοχών. Κυριολεκτικά εκδοχών, όχι διορθώσεων. Ο Γιώργος εγκατέλειπε εντελώς αυτό που έγραφε και ξεκινούσε ξανά από το μηδέν. Αυτό και μόνο δείχνει αξιοθαύμαστη επιμονή και αγάπη, αλλά ακόμη περισσότερη φαίνεται από το γεγονός πως ο Γιώργος συμπύκνωσε το αρχικό φιλόδοξο όραμά του των 12 βιβλίων ώστε να χωρέσει σε δώδεκα μέρη τεσσάρων βιβλίων. Για να το πετύχει αυτό και για να ενσωματώσει τις παρατηρήσεις που του κάναμε διάφοροι φίλοι τότε.

Είναι μεγάλος άθλος αυτό, μην το βλέπετε απλό. Δεν είναι εύκολο να βάλεις κάτω το έργο σου και να κόψεις ένα κομμάτι, να το αντικαταστήσεις με κάτι άλλο, ενώ ο εγωισμός σου σου λέει πως είναι ήδη καλό και δε θέλει καμιά αλλαγή. Πάντως ο Γιώργος βγήκε νικητής από τη δοκιμασία αυτή, διδάχτηκε σημαντικά πράγματα για τη συγγραφή και το αποτέλεσμα τον δικαίωσε, κρίνοντας από το βιβλίο όπως το πρωτοδιάβασα και το βιβλίο όπως εκδόθηκε τελικά.

Για να πάμε επιτέλους και στο περιεχόμενό του, αφορά δυο παιδιά που ξαφνικά κι ανεξήγητα βρίσκονται σε έναν άλλο κόσμο, τη Νοέλα, με σχεδόν ολική αμνησία. Σχεδόν το μόνο που θυμούνται είναι τα ονόματά τους, Λουκάς και Φωτεινή. Ψάχνουν τις μνήμες τους και το δρόμο της επιστροφής σε μια αναζήτηση που αποδεικνύεται επική.

Η Νοέλα είναι ένας τόπος στον οποίο είναι πάντα νύχτα και πάντα Χριστούγεννα, μια ευχάριστη βραδιά που δεν τελειώνει ποτέ και όπου ο Χρόνος είναι άγνωστη έννοια. Το χιόνι είναι το σημάδι πως πρέπει να πάνε για λίγο στα κρεβάτια τους οι κάτοικοι και να ξεκουραστούν.

Δεν είναι τυχαίο το όνομα Νοέλα, προέρχεται από τη γαλλική λέξη για τα Χριστούγεννα. Ούτε είναι και τυχαίος κόσμος. Ενσωματώνει όλα τα εορταστικά έθιμα και ονόματα του δυτικού κόσμου από όλες τις χώρες, με την Αγγλία και γενικά τη Βόρεια Ευρώπη σε τιμητική θέση, μιας και αυτές καθόρισαν την εικόνα των Χριστουγέννων που έχουμε όλοι σήμερα, ακόμη κι οι Ιάπωνες που στολίζουν δέντρα και δρόμους όπως τα βλέπουν στις ταινίες, χωρίς να υπάρχει κάποια θρησκευτική έννοια στις πράξεις τους. Ο Γιώργος έκανε πολλή δουλειά, περιλαμβάνοντας τόσες αναφορές που σ’ εμάς τους Έλληνες πάνε χαμένες οι μισές! π.χ. Μπεφάνα είναι η καλοκάγαθη μάγισσα που γεμίζει κάλτσες με ζαχαρωτά στην Ιταλία (όχι Χριστούγεννα ή Πρωτοχρονιά, αλλά τα Φώτα=Επιφάνια=Μπεφάνα), ενώ τα δώδεκα μέρη της ιστορίας είναι προς τιμήν του δικού μας δωδεκαημέρου.

Οι γιορτές είναι μια περίοδος του έτους που ο Γιώργος την αγαπάει ειλικρινά και την άφησε να γίνει το όραμά του, αντί να βάλει την ίδια ή την πλοκή στην προκρούστειο κλίνη για χάρη της άλλης. Για παράδειγμα, στα δέντρα υπάρχουν λαμπάκια που αναβοσβήνουν, αν και ο ηλεκτρισμός είναι άγνωστος στη Νοέλα. Δεν είναι μαγικά, αλλά ανθρωπάκια σε μέγεθος πυγολαμπίδας, οι δεντρολαμπίτσες. Είναι τεμπέλικα και τους αρέσει να χουζουρεύουν στα δέντρα, ενώ το χρώμα τους και η έντασή του αλλάζει με τη διάθεσή τους. Μου φάνηκε πολύ έξυπνο αυτό σαν ιδέα, γιατί δεν είναι μια απλή εξήγηση, αλλά δημιουργεί χαρακτήρες που παίζουν ρόλο στην ιστορία. Με στενοχωρεί όταν βλέπω σε παιδικά βιβλία (αλλά και σε ενήλικα του φανταστικού) να περιγράφονται συνηθισμένα αντικείμενα και να τους δίνεται κάποιο μαγικό υπόβαθρο χωρίς κανέναν λόγο, απλά και μόνο για να έχει αυτοκίνητα ή πιστόλια ο μαγικός κόσμος στον οποίο διαδραματίζονται.

Για να επιστρέψω στους αριθμούς με νόημα και στους πρωταγωνιστές, το βιβλίο έχει τριπλή δομή, με βάση τις ηλικίες, σαν την μυθική διαίρεση της γυναίκας σε Κόρη-Μητέρα-Γριά. Εδώ έχουμε τον ανήλικο ως παιδί-νεαρό έφηβο-μεγαλύτερο έφηβο ή – πιο γνώριμο σ’ εμάς – μαθητή Δημοτικού-Γυμνασίου-Λυκείου. Ο Λάμπρος, ο μεγάλος αδελφός του Λουκά και της Φωτεινής, είναι προς το παρόν αθέατη παρουσία και αόριστη ανάμνηση, αλλά πολύ χαρακτηριστικός. Απόμακρος από τους μικρότερους και τους μεγαλύτερους, καπνίζει θυμωμένος με τους φίλους του.

Με το Λουκά και τη Φωτεινή σαν ισότιμους πρωταγωνιστές και τη συμπεριφορά του καθενός τους σωστά απεικονισμένη για την ηλικία τους (9 και 12), το βιβλίο είναι και παιδικό και εφηβικό ταυτόχρονα. Νομίζω πως ένα παιδί του δημοτικού που θα το διαβάσει και θα το απολαύσει, μπορεί να επανέλθει όταν θα πάει στο Γυμνάσιο και να βρει πράγματα που δεν τα είχε καταλάβει στην πρώτη ανάγνωση. Και υποθέτω πως και στο Λύκειο ή ως ενήλικας, θα βρει ξανά καινούρια πράγματα, γιατί ο ίδιος ο συγγραφέας είναι ενήλικας και δε μπορεί να αποδυθεί εντελώς τον εαυτό του.

Ο Λουκάς μοιάζει κάποιες φορές να είναι σε πιο κεντρική θέση από την αδελφή του, είναι λίγο πιο κοντά στους μεγαλύτερους αναγνώστες. Το παίζει άντρας, θέλει να γίνει ήρωας, αλλά είναι και άντρας ήδη, καθώς νιώθει ευθύνη για τη Φωτεινή και τον εμποδίζει να ανοιχτεί μια καχυποψία προς όλους τους αγνώστους.

Όμως η Φωτεινή βρίσκεται σε μεγαλύτερη αρμονία με τη Νοέλα γιατί βρίσκεται ακόμα στην αγνή παιδική ηλικία. Λειτουργεί περισσότερο με το ένστικτο και περιμένει πάντα το καλύτερο από τους άλλους. Αυτό της επιτρέπει να έχει μεγαλύτερη πρόσβαση στις χαμένες της μνήμες, να αποφεύγει τις κακοτοπιές στις οποίες ο Λουκάς σκοντάφτει κάθε τόσο και τελικά να περνάει γενικώς καλύτερα. Ακριβώς έτσι και η Νοέλα είναι αγνή και ενστικτώδης, γιατί ενστικτώδες φαίνεται πως πιστεύει ο Γιώργος πως είναι το καλό, η φυσική ροπή του ανθρώπου.

Ο κακός του βιβλίου είναι ο Χρόνος που προσπαθεί να παρεισφρήσει στην αιώνια Νοέλα και να την υποβαθμίσει. Είναι «ένας ζηλιάρης» κατά το κείμενο, αυτός που κάνει τη ζωή μας πιο πολύπλοκη, πιο δύσκολη, λιγότερο αυθόρμητη και τελικά την εμποδίζει να είναι γεμάτη μαγεία και καλοσύνη, όπως είναι για τα παιδιά κι όπως θα μπορούσε να είναι για όλους μας.

Πέρα από τις εορταστικές αναφορές, υπάρχουν κι άλλες. Ο Λουκάς παίρνει το όνομά του από το λατινικό lux που σημαίνει φως, όπως και το όνομα της Φωτεινής, ενώ ο αδελφός τους είναι ο λαμπρός Λάμπρος. Το δε επώνυμό τους είναι Λουμιέρη, από τη γαλλική λέξη για το φως. Με τον ίδιο τρόπο κλείνει το μάτι γενικά ο συγγραφέας. Όποιος θελήσει να ψάξει, θα βρει κάτι από τον Τόλκιεν, τον Ντίκενς, τη Νάρνια ή τον Άντερσεν, αναφορές γεμάτες εκτίμηση. Ο Γιώργος ξέρει και παραδέχεται πως δεν ανακαλύπτει τον τροχό. Μπορεί να είναι ο πρώτος που παντρεύει τα Χριστούγεννα με το φανταστικό, απομακρύνοντάς τα από το παραμύθι προσχολικής ηλικίας και τον στεγνό ηθικοδιδακτισμό, αλλά δεν είναι ο πρώτος που γράφει φανταστική λογοτεχνία ή χριστουγεννιάτικο αφήγημα.

Για την ίδια τη γραφή, αυτό που έχω να πω είναι πως το κείμενο κατορθώνει να κρατάει την προσοχή του αναγνώστη, ειδικά του μικρού σε ηλικία, προσφέροντας ολοένα και κάτι καινούριο, θαυμαστό ή τρομακτικό, ισορροπώντας τέλεια ανάμεσα στην υπερβολική και στη λιγοστή λεπτομέρεια. Έχει ρυθμό και μια αρμονία σχεδόν μουσική. Καλώς το ονόμασε «Τραγούδι του Χρόνου» ο Γιώργος γιατί τραγούδι είναι. Γι’ αυτό επέλεξα να μη διαβάσω και κάποιο απόσπασμα, γιατί όπως μια νότα είναι ευχάριστος ήχος αν το όργανο είναι καλοκουρδισμένο αλλά δε σημαίνει τίποτε από μόνη της, έτσι κι εδώ ένα κομμάτι του κειμένου θα σας έδινε μια καλή εικόνα των συγγραφικών ικανοτήτων του Γιώργου, αλλά θα αδικούσε το σπουδαίο βιβλίο που έπλεξε εναρμονίζοντας ένα σωρό τέτοια κομμάτια.

Υπάρχουν πολλοί τρόποι που θα μπορούσα να κλείσω, αλλά πιστεύω πως ο καλύτερος είναι να σας θυμίσω ότι ο Γιώργος έχει περάσει κάποιες φορές τις γιορτές δουλεύοντας εντατικά σε εμπορικό. Κι όταν μας δείχνει πόσο διασκεδάζουν όλοι στη Νοέλα φτιάχνοντας δώρα για τους άλλους ή τραγουδώντας τους τα κάλαντα, θέλει να μας δείξει πως ακόμη κι εκείνοι που δεν έχουν άδεια μπορούν να περάσουν καλά τα Χριστούγεννα. Αρκεί να μην πάμε σ’ αυτούς φορτωμένοι με σακούλες, βιαστικοί, θυμωμένοι από την κίνηση και το σπρωξίδι. Αλλά να τους ζητήσουμε βοήθεια για να βρούμε αυτό που φανταζόμαστε γι’ αυτούς που αγαπάμε. 


Λευτέρης Κεραμίδας
22/12/12
Βιβλιοπωλείο Πατάκη

Τετάρτη 11 Δεκεμβρίου 2013

Έγραψαν για το Ρολόι του Κόσμου (Νοέμβριος 2013)

Όπως και στο πρώτο βιβλίο, ο Γιώργος απευθύνεται στα παιδιά, χωρίς να τα θεωρεί καθυστερημένα, αλλά απλά ενήλικες εν αγνοία. Το βιβλίο κάνει μια μικρή κοιλιά στην αρχή, χωρίς να γίνονται πολλά, αλλά μετά απογειώνεται, αγγίζοντας -όπως και το πρώτο- τα όριο της λογοτεχνίας τρόμου.

Ευθυμία Δεσποτάκη, συγγραφέας

27/11/2013


Η πιο παραμυθένια Χριστουγεννιάτικη ιστορία από τον συγγραφέα Γιώργο Χατζηκυριάκο. Θυμάμαι ήταν πριν 2 χρόνια που διάβαζα τέτοια εποχή το 1ο μέρος του βιβλίου και είχα εντυπωσιαστεί για την μαγεία και την πρωτοτυπία του. Στο παρελθόν μόνο οι Χριστουγεννιάτικες ιστορίες του Charles Dickens και του Hans Christian Andersen με είχαν συγκινήσει. Αλλά τώρα ήρθε μια νέα επική Χριστουγεννιάτικη σειρά από έναν Έλληνα συγγραφέα που πιστέψτε με, αξίζει πολλά περισσότερα!

Μαριλένα Μέξη, συγγραφέας

27/11/2013

Τετάρτη 4 Δεκεμβρίου 2013

Η Ευθυμία Δεσποτάκη για τη Χώρα των Χαμένων Ευχών (το κείμενο από την βιβλιοπαρουσίαση στον Νέο Κύκλο 4/12/12)

Πέρασε ένας χρόνος ακριβώς από εκείνη τη νύχτα που πραγματοποιήθηκε στο βιβλιοπωλείο Νέος Κύκλος, στην καρδιά του Πειραιά, η πρώτη βιβλιοπαρουσίαση της Χώρας των Χαμένων Ευχών. Ήταν μια νύχτα αξέχαστη και μαγική και δυσκολεύομαι να δεχτώ ότι πέρασε μια ολόκληρη χρονιά από τότε. Τόσο ζωντανή την έχω στο μυαλό μου και εύχομαι αυτό να συμβαίνει αντίστοιχα και με όλους τους φίλους που παρευρέθηκαν εκείνη τη νύχτα για να ακούσουν για τη Νοέλα και για την ιστορία των Χριστουγέννων. Στο πλευρό μου είχα τον Γιάννη Πλιώτα, συγγραφέα και εκδότη των Βορειοδυτικών Εκδόσεων και την αγαπημένη μου Ευθυμία Δεσποτάκη, μια από τις σπουδαιότερες συγγραφείς της ελληνικής λογοτεχνίας (όχι μόνο) του Φανταστικού. Η συγκεκριμένη αφανής ηρωίδα έχει ενισχύσει το χώρο αυτό όχι μόνο με τα μυθιστορήματα και την πληθώρα των διηγημάτων και παραμυθιών της αλλά και με βιβλιοπαρουσιάσεις και κριτικές στο blog της και στο sff.gr.
Ακολουθεί το κείμενο που έγραψε και διάβασε εκείνο το βράδυ για τη Νοέλα και το Τραγούδι του Χρόνου μαζί με ένα σχόλιο από τη δημοσίευση στο sff την επόμενη νύχτα της παρουσίασης.

 Χτες το βράδυ μπορεί να μην υπήρχαν πολλά χριστουγεννιάτικα λαμπιόνια, αλλά η αίσθηση ήταν στ' αλήθεια μαγική. Δεν ξέρω πώς να ευχαριστήσω τον Γιάννη και το Γιώργο που με έκαναν μέρος της χτεσινής κουβέντας.

Παραθέτω, ελαφρά τροποποιημένο λόγω του μέσου, το κείμενο που διάβασα χτες:


Υπάρχει κάτι τόσο στο βιβλίο όσο και στον ήρωά του το Λουκά, αλλά και στον ίδιο το Γιώργο σαν συγγραφέα, που δε μου επιτρέπει να προβώ σε χαρακτηρισμούς. Υπάρχουν πράγματα, καταστάσεις, ήρωες που βρίσκονται στο μεταίχμιο του να χαρακτηριστούν έτσι ή αλλιώς.

Ας πούμε: Το Τραγούδι του Χρόνου είναι μια σειρά βιβλίων που απευθύνεται σε παιδιά;

Εμ, όχι ακριβώς γιατί κι οι ενήλικες θα το βρουν διδακτικό. Και μάλιστα διδακτικό σε ενήλικο επίπεδο και με διδάγματα που σίγουρα δεν περιορίζονται στο αιώνιο «μένουμε πάντα παιδιά». Και ταυτόχρονα είναι ένα παιδικό βιβλίο, διότι αντιμετωπίζει τα παιδιά ως άτομα με περιορισμένη εμπειρία κι όχι με περιορισμένες νοητικές ικανότητες, χαρακτηριστικά που μαστίζουν την ελληνική τουλάχιστον παραγωγή παιδικών βιβλίων και εμποδίζουν τους ενήλικες να τα απολαύσουν.

Αντίθετα το Τραγούδι του Χρόνου έχει σωστή γλώσσα, σωστό ρυθμό, συνέπεια στα όσα λέει και μεστή κοσμοπλασία, χωρίς λογικά χάσματα ή άλματα στη συνέπειά της.

Δεύτερο πράγμα που βρίσκεται στο μεταίχμιο:

Η Νοέλα, η Χώρα Των Χαμένων Ευχών είναι μια χριστουγεννιάτικη ιστορία;

Εμ, όχι ακριβώς γιατί είναι το πρώτο βιβλίο μιας δωδεκαλογίας. Κάθε βιβλίο θα ασχολείται με ένα μήνα του χρόνου. Είναι επίσης ένα βιβλίο που ακόμη κι όταν θα περάσουν τα Χριστούγεννα θα μπορεί άνετα να διαβαστεί. Περιέχει περιπέτειες που τις συναντάς κάθε μέρα στη ζωή σου κι όχι μόνο τα Χριστούγεννα. Σε καλεί να διαμορφώσεις το χαρακτήρα σου ολόκληρο το χρόνο κι όχι μόνο για τις γιορτές, να είσαι καλοσυνάτος, φιλότιμος και συνεπής όλο το χρόνο και με όλα τα πλάσματα, ακόμα και με τον ίδιο σου τον εαυτό, πράγμα που κάποιες φορές δεν το κάνουμε όλοι, γινόμαστε συνήθως ή πολύ καλοί ή πολύ κακοί με τον εαυτό μας.


Σε ακριβώς αυτήν την κατηγορία ανθρώπων εμπίπτει κι ο καημένος ο Λουκάς: Είναι δώδεκα ετών, βρίσκεται ξαφνικά μαζί με τη μικρή του αδερφή του τη Φωτεινή σε μια μαγική χώρα που λέγεται Νοέλα, δεν ξέρει πώς ή γιατί βρέθηκε σε αυτό το μέρος και προκειμένου να βρει τρόπο να γυρίσει πίσω στο σπίτι του κάνει λάθη, φοβάται, λέει ψέματα. Θα μπορούσε κανείς να πει ότι είναι ένα τυπικό μικρό αγόρι;

Εμ, όχι ακριβώς. Είναι ένα αγόρι στο κατώφλι της εφηβείας, ένα αγόρι που για τον έναν ή τον άλλο λόγο προσπαθεί ή καλείται να γίνει ενήλικος.

Και δε λέω άντρας γιατί δεν είναι αυτό το ζητούμενο. Σημασία στο βιβλίο δεν έχει η διάκριση ανάμεσα στο τι πρέπει να κάνουν τα μικρά κορίτσια και τι πρέπει να κάνουν τα μικρά αγόρια. Σημασία έχει αυτό που καλείσαι να κάνεις να το κάνεις με ενήλικο κι όχι με παιδικό τρόπο.

Ο Λουκάς είναι ένας μικρός και -επιτρέψετέ μου- ψυχολογικά υγιέστερος αντίλογος του Πητερ Παν. Ο Πήτερ Παν αρνείται να μεγαλώσει και γι’ αυτό πράττει πρακτικώς ασύδοτα, αδικώντας τους άλλους. Ο Λουκάς ξέρει ότι μεγαλώνει και απαιτεί από τον εαυτό του να συμπεριφέρεται ενήλικα, κι εκεί τον αδικεί.

Ο Γιώργος, όμως, αγαπάει πολύ τους ήρωές του. Έφτιαξε τη Νοέλα μόνο και μόνο για να δείξει στο Λουκά ότι μπορεί να καταφέρει πράγματα στη ζωή του αν κρατήσει την παιδική του πίστη ενώ ενηλικιώνεται. Ότι μπορεί η παιδική αγνότητα να συμβαδίζει με την καλοσύνη, τη συνέπεια και την φιλοτιμία ενός ενηλίκου.

Προσφέροντας ο Γιώργος τη Νοέλα στο Λουκά στην ουσία την προσφέρει στον εαυτό του, γιατί κι ο ίδιος είναι ένα παιδί που πιστεύει ότι πρέπει να πράττει σαν ενήλικος. Καμιά φορά γίνεται κι ο ίδιος άδικος με τον εαυτό του αλλά τώρα πια έχουμε κι εμείς το δικαίωμα να του λέμε «πήγαινε πίσω στη Νοέλα, ζήσε το θαύμα της άλλη μια φορά κι έλα πίσω να μας το διηγηθείς όπως μόνο εσύ ξέρεις.»

Κι αυτό είναι αναντίρρητα το πιο ωραίο δώρο που μπορεί να κάνει ένας συγγραφέας στους ανήλικους ή ενήλικους αναγνώστες του. 

Ευθυμία Δεσποτάκη, συγγραφέας
4/12/12
Βιβλιοπωλείο Νέος Κύκλος

Τρίτη 1 Μαΐου 2012

Έγραψαν για τη Χώρα των Χαμένων Ευχών (Φεβρουάριος 2012)

Τι συμβαίνει όταν παύεις να πιστεύεις στα όνειρα; Όταν μικρό παιδί εσύ, καλείσαι να δώσεις μάχη με τον τερατώδη Χρόνο που στο πέρασμά του αφήνει λησμονιά και μαρασμό; Ο Λουκάς και η Φωτεινή με κάποιον ανεξιχνίαστο ή μαγικό τρόπο βρίσκονται στη θαυμαστή Κάντελάιτ, την πιο ξακουστή πόλη της Νοέλα. Ο Λουκάς στα δώδεκά του χρόνια έχει ήδη αφήσει πίσω του την αθώα παιδικότητα ή τουλάχιστον έτσι νομίζει. Δεν υπάρχει η πόλη των χαμένων ευχών, ο Τόμας ο θαυματουργός που είναι και η πρώτη τους γνωριμία και συντροφιά σε αυτή την παράξενη πόλη μπορεί να είναι αγύρτης ή δολοπλόκος. Ο Λουκάς δυσπιστεί και ψάχνει να βρει ένα τρόπο να γυρίσει στο σπίτι του στη Τσιμεντούπολη παρότι οι αναμνήσεις του από τον τόπο του μοιάζουν να έχουν χαθεί.Σε αντίθεση με αυτόν, η αδελφή του η Φωτεινή, μικρότερη στην ηλικία, αντικρίζει το νέο περιβάλλον με θαυμασμό και παιδική αθωότητα. Χαίρεται με το χιόνι, ξετρελαίνεται με το τεράστιο έλατο και αγκαλιάζει το κουτάβι που της χαρίζει ο Τόμας όταν πραγματοποιεί την ευχή της.

Πίσω από το καλό, παραμονεύει πάντα το κακό, όσο κι αν νομίζει κανείς ότι το έχει απωθήσει για πάντα. Ο Χρόνος που κάποτε η Νοέλα κατατρόπωσε βρίσκει την ευκαιρία να κάνει ξανά την τρομακτική του εμφάνιση και να επιχειρήσει για μία ακόμη φορά να καταστρέψει τη χώρα όπου τα Χριστούγεννα δεν τελειώνουν ποτέ. Ένα ατελείωτο κυνηγητό ξεκινάει μαζί με μια συναρπαστική περιπέτεια όπου μπλέκονται μάγοι, θαυματουργοί, δεντρολαμπίτσες, ποντικάνθαροι, η γριά Βλογιά και άλλα όντα που ξεπηδούν μέσα από τις γωνιές της Νοέλα και τις σελίδες του μυθιστορήματο Ο Γιώργος Χατζηκυριάκος, συγγραφέας του Τραγουδιού του Χρόνου μάς μεταφέρει σε έναν κόσμο πολύ γνωστό από τα παιδι μας όνειρα. Με πολύ προσεγμένη γλώσσα και ύφος πολυμήχανου παραμυθά μάς οδηγεί στις πολιτείες της Νοέλα για να θυμηθούμε πως μαγεία δεν υπάρχει μόνο στις λέξεις και τα όνειρα, αλλά μαγική είναι κάθε στιγμή που ζούμε με την καρδιά μας, αρκεί να πιστεύουμε.

Η αλληγορία του Χρόνου που ζητάει να εξουσιάσει το πνεύμα του ανθρώπου καθώς αυτό υπερισχύει ως και ενός ασθενικού σώματος είναι διάχυτη σε όλο το κείμενο. Ο χρόνος υπάρχει πάντα και μας κυνηγά, το θέμα δεν βρίσκεται εκεί, αλλά στο πώς θα τον αντιμετωπίσουμε εμείς. Θα έχουμε το θάρρος να τον χτυπήσουμε, να του πετάξουμε μια πέτρα, να τον αψηφήσουμε;

«Κάποιες πόρτες τις ανοίγει η ανάγκη. Κάποιες άλλες τις ανοίγει η καρδιά. Μη διστάζεις όταν βρίσκεσαι μπροστά από αυτές τις πόρτες, γιατί έτσι δεν θα μάθεις ποτέ τι υπάρχει πίσω τους» λέει η Πριγκίπισσα Πρωτοχρονιά στον Λουκά. «Κάποτε ονειρεύτηκες αυτόν τον κόσμο. Μέσα από το όνειρό σου του έδωσες ανάσα, του χάρισες ζωή. Χωρίς εσένα, αυτός ο κόσμος είναι καταδικασμένος να χαθεί. Πρέπει να τον αγαπήσεις, όπως έκανες παλιά, να τον πιστέψεις και να τον προστατέψεις από τη φθορά. Γιατί, η Νοέλα είναι κάτι παραπάνω από ένας κόσμος. Είναι όλα όσα αγάπησες και αγαπάς. Είναι τα αδέλφια σου, οι φίλοι σου…ο εαυτός σου. Είναι όλα όσα υπάρχουν μέσα στην καρδιά ενός μικρού παιδιού, του παιδιού που ζει μέσα σου».

Το Τραγούδι του Χρόνου απευθύνεται σε μικρούς και μεγάλους, όχι για να διδάξει, αλλά για να θυμίσει πως είναι πολύ εύκολο να ξεχάσουμε την παιδικότητά μας, αλλά καθόλου δύσκολο να την ανακτήσουμε.

Ευριδίκη Αμανατίδου, συγγραφέας 15/2/2012


Το πρώτο μέρος του βιβλίου ενός καλού μου φίλου, του Γιώργου Χατζηκυριάκου. Με φαινομενικά παιδική αφέλεια φτιάχνει έναν κόσμο, τη Νοέλα, στην οποία τα Χριστούγεννα κρατούν για πάντα. Σε αυτή μεταφέρονται δυο αδέλφια, ο Λουκάς και η Φωτεινή. Όταν προσπαθούν να καταλάβουν που βρίσκονται, ανακαλύπτουν πως έχουν χάσει τη μνήμη τους. Στην προσπάθεια να επαναφέρουν τη χαμένη μνήμη τους θα ταξιδέψουν σε μαγευτικά τοπία της Νοέλα και θα βρεθούν αντιμέτωποι με τις δυνάμεις του πανίσχυρου και ύπουλου Χρόνου. Μπορεί εκ πρώτης όψεως να φαίνεται ένα κοινότυπο παιδικό φάνταζυ για μικρά παιδιά, όμως έχει μέσα πολλούς πετυχημένους συμβολισμούς που θα φέρουν ένα πικρό χαμόγελο στα χείλη των γονιών καθώς σατιρίζουν γνώριμες καταστάσεις. Στη γραφή φαίνεται η διάχυτη αγάπη του συγγραφέα, τόσο στο είδος όσο και στην ίδια την ιστορία που γράφει και καταφέρνει να μαγέψει τον αναγνώστη από τις πρώτες γραμμές. Δεν είμαι πολύ καλός στη γραπτή ανάλυση βιβλίων, αλλά πιστεύω πως αυτή η ιστορία την άξιζε. Προτείνεται ανεπιφύλακτα σε όλους.

Νικόλας, αναγνώστης 29/2/2012

Κυριακή 29 Ιανουαρίου 2012

Έγραψαν για τη Χώρα των Χαμένων Ευχών (Ιανουάριος 2012)

Και ναι, πριν από δυο ώρες περίπου το τέλειωσα! Γιώργο, σ'ευχαριστώ αφάνταστα γι'αυτό το ταξίδι που μου χάρισες...! Κάθε που θα κοιτάω τον ουρανό, να ξέρεις, θα ψάχνω για το αστέρι εκείνο που θα με οδηγήσει και πάλι στη Νοέλα... Καθώς διάβαζα τις ευχαριστίες και έκλεινα το βιβλίο, ένα δάκρυ κύλησε απ'το μάτι μου... Αλλά έδωσα ραντεβού με τον Λουκά και τη Φωτεινή κι ελπίζω να τους βρω και πάλι σύντομα εκεί που τους άφησα, στο σπίτι των φιλόξενων Γουίνθροπ στην Όρναμεντ της Νοέλα, αν και κάτι μου λέει πως δε θα μείνουν για πολύ ακόμα εκεί...

Έλενα Στεργιοπούλου, αναγνώστης 2/1/2012




Να λοιπόν που διάβασα ένα εξαιρετικό βιβλίο! Ήρωες απλοί και ενδιαφέροντες, εικόνες ζωντανές και μαγικές και μια περιπέτεια ενδιαφέρουσα. Δεν θα σας πω την ιστορία αλλά την γεύση της ιστορίας μέσα στην ιστορία. Είναι γεμάτη χριστουγεννιάτικα γλυκά που φωτίζονται από το θαυμαστό φως του χριστουγεννιάτικου δέντρου, πάνω σ’ ένα τραπέζι με όλη την οικογένεια γύρω του και δίπλα ακριβώς υπάρχει μια στοίβα με απίστευτα δώρα.
Το βιβλίο απευθύνεται σε παιδιά και εφήβους χωρίς να είναι υπερβολικό και να προσπαθεί να αδράξει τις ανησυχίες και να μπει στο πνεύμα των καιρών. Απλώς το κάνει υπέροχα με τρόπο φρέσκο, πρωτότυπο, καθημερινό και κατανοητό. Έρχεται να απαντήσει με γλυκό και θαυμάσια ήρεμο τρόπο σε όλα εκείνα τα ερωτήματα που βασανίζουν τους αγνούς ανθρώπους χωρίς πληροφορίες, δηλαδή τα παιδιά. Με αγάπη έχει διανοίξει ένα μαγικό μονοπάτι από την απορία και τον θαυμασμό προς την συνείδηση και την ανάπτυξη.
Η περιπέτεια είναι απλή, δυο παιδιά έχουν χαθεί. Δεν υπάρχει μεγαλύτερος τρόμος από αυτόν για τα παιδιά, να χαθείς, να χαθούν οι γονείς σου, να ξεχάσεις τα πρόσωπα
των γονιών σου. Δυο αδέλφια που έχουν χαθεί, ένα αγόρι κι ένα κορίτσι, κρατιούνται από το χέρι και θέλουν να βρουν το δρόμο για το σπίτι τους. Τι είναι όμως το σπίτι για τα παιδιά; Το πάνινο σκυλάκι που κοιμούνται μαζί του αγκαλιά και ονειρεύονται ότι είναι αληθινό ή μήπως τα παιχνίδια που τα μεταφέρουν σε μαγικούς κόσμους; Θα μπορέσουν να θυμηθούν τον δρόμο της επιστροφής ή θα τραβήξουν τον δρόμο της μοίρας και θα αφεθούν σε ότι φέρνει η στιγμή χάνοντας τον στόχο τους και την ξεγνοιασιά τους ;
Φυσικά και τα παιδιά έχουν στόχους και βαθιές επιθυμίες, δεν είναι άγραφα φύλλα από χαρτί, αγαπούν τους γονείς τους, θέλουν την ευτυχία και πιστεύουν σε όλα τα καλά και λογικά πράγματα. Η διαδρομή τους είναι ξεκάθαρη μέσα από τον κόσμο των παραμυθιών πρέπει να βρουν την πραγματικότητα με την δική τους αντίληψη χωρίς τις παρεμβολές των ενηλίκων. Οι ελπίδες τους πρέπει να κρατηθούν ζωντανές χωρίς ψευδαισθήσεις και οι επιλογές τους πρέπει να είναι ειλικρινείς αποφεύγοντας τα υποκατάστατα.
Είναι θαυμάσιο που ο συγγραφέας μπόρεσε να συνδυάσει με ένα τόσο εμπνευσμένο τρόπο
όλο αυτά τα υπέροχα και τρομαχτικά πράγματα. Το βιβλίο πρέπει να διαβαστεί και από τους γονείς των παιδιών γιατί αλλιώς κινδυνεύουν να μείνουν πίσω από την εποχή τους και να χάσουν το θαυμάσιο τρόπο που τα παιδιά ερμηνεύουν τις εμπειρίες που τους παρέχει η ζωή.

Τέτη Θεοδώρου, συγγραφέας 13/1/2012




Τα Χριστούγεννα που πέρασαν μου έκαναν δώρο το βιβλίο του Γιώργου. Η χαρά μου ήταν ήδη διπλή, χάριν της επιτυχίας του φίλου μου να εκδώσει ένα έργο που άξιζε να εκδοθεί, και να διαπιστώσει και περισσότερος κόσμος αυτό που εμείς εδώ στο φόρουμ ήδη ξέραμε, δηλαδή το πόσο εξαίρετος και ταλαντούχος παραμυθάς και συγγραφέας είναι ο Γιώργος Χατζηκυριάκος. Και το μέγεθος της χαράς του δώρου που έλαβα κέρδισε την σημασία του με το που ξεκίνησα την ανάγνωση του. Σε μια τυχερή και ευχάριστη συγκυρία θα έλεγα, έμεινα μέσα στις γιορτές χωρίς ίντερνετ και φόρουμ, κι έτσι είχα αρκετό ελεύθερο χρόνο να κολλήσω στις μαγικές αυτές σελίδες. Σκεπασμένος με κουβέρτα στο σαλόνι, δίπλα στην μπαλκονόπορτα, με τον αέρα να σφυρίζει απ’έξω, είχα τις ιδανικές συνθήκες για να διαβάσω ένα παραμύθι που γράφτηκε σε ακριβώς αυτόν τον τόνο. Και έτσι γλυκά-γλυκά με πήγαινε, «ας διαβάσω άλλες δύο σελίδες», ώστε συνέχιζα την ανάγνωση κι όταν μαύριζαν τα τζάμια από την νύχτα, και η ιστορία του Τραγουδιού του Χρόνου αποκτούσε νέα διάσταση στην ώχρα ανταύγεια της λάμπας μου. Κάθε δύο και τρεις σελίδες ήθελα να σφίξω το χέρι του Γιώργου, να τον αγκαλιάσω, να τον φιλήσω, να τον ευχαριστήσω, για τις υπέροχες εικόνες που ζωγράφισε, για την ιστορία που ύφανε, τους χαρακτήρες που έπλασε, το μυστήριο με το οποίο με γοήτευσε, τις αγωνίες με τις οποίες με γαργάλισε.
Επίσης, θαύμασα την άνεση του συγγραφέα. Θαυμαστή και αξιοζήλευτη. Μέσα στον πάμπλουτο διάκοσμο ξετυλίγει μια λιτή αφήγηση, που παρά τον περιπετειώδη της ρυθμό δεν βιάζεται να τρέξει στο φινάλε, δεν φλυαρεί αλλά ούτε αγχώνεται να στριμώξει τις χίλιες-δύο πληροφορίες μέσα σε ελάχιστα κεφάλαια. Όταν ήμουν μικρός μάζευα Χριστουγεννιάτικες κάρτες, από αυτές που μας έστελναν συγγενείς από Ελλάδα και εξωτερικό, πολλές που είχαμε λάβει και πριν γεννηθώ. Είχα μια συλλογή που γέμιζε μια μεγάλη σακούλα, με εικονογραφήσεις απίστευτης ομορφιάς (δεκαετία 60, αρχές 70), όπου πολλές είχαν και ψήγματα ασημόσκονης πάνω, κάρτες που τις έβγαζα πότε-πότε και τις κοίταγα αχόρταγα μία-μία. Στις τόσες μετακομίσεις και στο πέρασμα του χρόνου, χάθηκε εκείνη η συλλογή, και συχνά την κλαίγω, και ακόμα χειρότερα, δεν θυμάμαι τις εικόνες στις κάρτες. Έμεινε μόνο η αίσθηση που μου έδιναν. Κι αυτό ακριβώς μου άγγιξε η Νοέλα και οι μύθοι της. Δεν ξέρω σε πόσα βιβλία θα ολοκληρωθεί το έπος, θα είναι όμως ένα άξιο ολοκληρωμένο έργο που θα μαγέψει μικρούς και μεγάλους, και που ξέρει κανείς, πιθανόν να εμπνεύσει και άλλους καλλιτέχνες.

Καλοτάξιδο!


Ντίνος Χατζηγεωργίου, συγγραφέας 14/1/2012




Ανά σελίδα διαπίστωνα πως τα δάχτυλα των ποδιών μου (ασφαλή κάτω απ' την κουβερτούλα) κουλουριάζονταν από χαρά και το χέρι μου αναζητούσε τη ζεστή κούπα με το τσάι. Έξω απ' το σπίτι, το χιονισμένο τοπίο μ' έκανε να βλέπω Χιονανθρώπους και Γίγαντες παντού, ενώ το κάθε φως γινόταν μια Δεντρολαμπίτσα. Υπέροχο, συγκινητικό, ταξιδιάρικο, προσπερνάει κάθε φυσικό εμπόδιο και πετυχαίνει κέντρο την ψυχολογία του εννιάχρονου, του μιλάει και το νανουρίζει με τον πιο γλυκό τρόπο.
Γιώργο μου, η Νοέλα σου ανήκει στα παιδιά όλου του κόσμου. Εύχομαι μια μέρα να μπορέσει να φτάσει σε όλα τα εννιάχρονα, ανεξαρτήτως εξωτερικής ηλικίας.


Χριστίνα, αναγνώστης 28/1/2012

Τρίτη 3 Ιανουαρίου 2012

Το Γράμμα της Λένας

Το παρακάτω γράμμα έφτασε την πρώτη μέρα του 2012, λίγες ώρες μετά την αλλαγή του χρόνου. Το έγραψε η Λένα Κορκόβελου. Με τη Λένα έχουμε συναντηθεί μοναχά δύο φορές, κι αυτές χάρη σε έναν κοινό μας φίλο. Στην πορεία χαθήκαμε και είχα να μάθω νέα της πολύ καιρό πριν εκδοθεί το βιβλίο μου και έτσι "ανταμώσαμε" ξανά μετά από αυτό το γράμμα.
Το συγκεκριμένο γράμμα (που φέρει τον τίτλο "Το γράμμα μιας "Λουκίας" που πίστευε στη Νοέλα") είναι ότι πιο όμορφο, συγκινητικό και ελπιδοφόρο έχω διαβάσει τα τελευταία χρόνια. Ό,τι και να γράψω για τα λόγια της Λένας θα είναι πραγματικά λίγα μπροστά σε αυτά που μου έγραψε εκείνη. Κι επειδή το γράμμα αυτό είναι τόσο ιδιαίτερο αλλά και μεγάλο σε έκταση, το δημοσιεύω ξεχωριστά από τα υπόλοιπα γράμματα, τις εντυπώσεις και τις κριτικές. Δημοσιεύεται επίσης κάτω από τη δική της άδεια.
Ευχαριστώ πολύ τη Λένα για το τόσο ξεχωριστό της γράμμα και της εύχομαι ό,τι καλύτερο, όπου κι αν βρίσκεται.

Γ.Χ.





''Είναι παιδιά πολλών ανθρώπων τα λόγια μας,
Γεννιούνται, θρέφονται με αίμα...
Όπως τα πεύκα παίρνουν τη μορφή του αγέρα
Κι ο αγέρας έφυγε, δεν είναι εκεί,
Έτσι και τα λόγια παίρνουν τη μορφή του ανθρώπου
Κι ο άνθρωπος έφυγε, δεν είναι εκεί...''


Στη Νοέλα σου, έναν τόπο αθωότητας, ο μαύρος εχθρός είναι ο χρόνος. Οι κάτοικοί της, ''παιδιάστικοι'' και αθώοι όπως φαίνονται, έχουν κατά βάθος πλήρη επίγνωση της θνητότητας -επίγνωση της κατάρας της φθοράς, και κυρίως της λησμονιάς που επιφέρει ο χρόνος, της χειρότερης, γιατί αυτή και μόνο αυτή είναι ο αληθινός θάνατος.
Ο χρόνος γκρεμίζει κάστρα, σαν να είναι πύργοι από τραπουλόχαρτα που τα φύσηξε ο άνεμος. Υλικά αγαθά, νεότητα, δύναμη, γίνονται στάχτη μ' ένα του νεύμα. Όλα εκείνα τα οποία οι θνητοί νομίζουν πως μπορούν να κατέχουν. Όλα εκείνα απ' τα οποία γατζώνονται απεγνωσμένα, προσπαθώντας πάση θυσία να τα περισώσουν από το ανελέητο πέρασμά του, αγνωόντας την αληθινή απώλεια - αυτή της αθωότητας (που δεν έχει καμία σχέση με την αφέλεια, με την οποία συγχέεται τόσο συχνά), την απώλεια της ίδιας της ανθρώπινης καρδιάς τους. Ψάχνοντας στη λάσπη για χρυσάφι, ξεχνούν να κοιτάξουν τα αστέρια από πάνω τους. Μέχρι που είναι πια πολύ αργά, και το μαγικό ξόρκι που ξεκλειδώνει την πύλη για τον κόσμο στην άλλη μεριά του καθρέφτη, έχει λησμονηθεί για πάντα.

Στον κόσμο που το μαγικό ξόρκι της πύλης του τραγούδησες εσύ, το μόνο που κατάφερε ποτέ να νικήσει το χρόνο, είναι, φυσικά, ένα τραγούδι. Στο τέλος μόνο τα τραγούδια παραμένουν. Σε πείσμα όλων. Και τα έπη είναι τραγούδια. Οι ιστορίες είναι τραγούδια, οι λέξεις μας είναι τραγούδια. Ότι ομορφότερο υπάρχει στην ψυχή ενός ποιητή, που είναι ταυτόχρονα δέκτης και αντέννα, που φοράει στέμμα και ταυτόχρονα κουβαλά σταυρό, μένει για πάντα ζωντανό, άφθαρτο, γιατί οι λέξεις δε χάνονται, αλλά μπορούν και ταξιδεύουν αιώνια μέσα στο χρόνο.
Οι λέξεις είναι σκέψη. Είναι μνήμη. Είναι το αντίδοτο στη φθορά και τη λησμονιά, γιατί μπορούν να γίνουν κιβωτοί ονείρων. Κι έτσι οι ιστορίες, τα τραγούδια. τα παραμύθια, η ποίηση, γίνονται όπλα τόσο ισχυρά όσο κι ένα βέλος, ή ένα σπαθί.

Το να γράψεις μια ιστορία, όπως και κάθε ειλικρινής κατάθεση ψυχής, είναι κι αυτό μια μάχη, σαν αυτές που μας μεγάλωσαν στις σελίδες των επικών μυθιστορημάτων, μια μάχη που απαιτεί μεγάλο θάρρος, συχνά μεγαλύτερο απ' αυτό που χρειάζεται για να...ορμήσεις να μαυρίσεις το μάτι του εχθρού . Κατά τη διάρκειά της συναντάς άφθονα ανήμερα τέρατα. Κόβεις το κεφάλι τους και φυτρώνει στη θέση τους άλλο. Κύκλωπες και συμπληγάδες που κάνουν τα πάντα για να μη βρει το μήνυμά σου ποτέ παραλήπτη. Για να μην κατορθώσεις ποτέ να νικήσεις το χρόνο και να καταφέρεις αυτό που εννοεί ο Whitman όταν γράφει: ''and the count of the scores of hundreds of years between us...avails not -distance avails not, and place avails not.''
Για μερικούς από μας υπάρχουν κόσμοι πέρα απ' το χρόνο, πέρα απ' το θάνατο. Που οι τροχιές τους αγγίζονται μέσα απ' τα παραμύθια, τις νότες, που η ουσία τους είναι αυτό που υπάρχει από πολύ πριν μπεις στους κύκλους της ''πραγματικότητας'' όπου ''δεν έχουν εξημερωθεί τα τέρατα'' , αυτό που καμιά φορά καταφέρνει να επιζήσει, παρά την κάθοδό μας εδώ, σ' αυτό τον κόσμο. Αυτό που παλεύουν να διατηρήσουν οι ήρωές σου, κι εσύ, ο συγγραφέας τους, με τις δικές σου λέξεις και το δικό σου τραγούδι.

Το όνομά μου είναι Λένα Κορκόβελου. Ίσως με θυμάσαι. Οι δρόμοι μας διασταυρώθηκαν για λίγο και προλάβαμε να πούμε πως κι οι δυο μας γράφαμε ιστορίες. Ανακάλυψα το βιβλίο σου τυχαία, μέσω του typologos, ενός ιστοτόπου που ασχολείται με την τέχνη και τη λογοτεχνία ειδικότερα -μια δημοσιογράφος έκανε παρουσίασή του μέσα στο Δεκέμβρη. Μου φάνηκε ενδιαφέρον, εντελώς ασυνήθιστο. Άλλωστε, έψαχνα βιβλία για ένα κοριτσάκι της δευτέρας δημοτικού που βοηθάω αυτό τον καιρό με τα μαθήματά του.''Γκούγκλαρα'' το όνομα του συγγραφέα. Και...ήσουν εσύ, ο Γιώργος που είχα συναντήσει, και πριν λίγες μέρες αγόρασα το βιβλίο σου και το διάβασα. Έτσι τώρα συμβαίνει το εξής παράδοξο. Δε με γνωρίζεις, εγώ όμως σε γνωρίζω. Όχι στ' αλήθεια, αλλά ταυτόχρονα ίσως περισσότερο από όσο θα είχα μπορέσει ''στ' αλήθεια'', κατά κάποιον τρόπο -ένας άνθρωπος βάζει σκοπό της ζωής του να ζωγραφίσει τον κόσμο, λέει ο Χόρχε Λουίς Μπόρχες. Χρόνια ολόκληρα γεμίζει μια επιφάνεια με εικόνες που αναπαριστούν επαρχίες, βασίλεια, βουνά, άστρα, άλογα, ανθρώπους, και λίγο πριν πεθάνει ανακαλύπτει πως αυτός ο υπομονετικός λαβύρινθος των εικόνων δεν ήταν τίποτα άλλο παρά... η αυτοπροσωπογραφία του.

Χάρηκα αφάνταστα που κάπου, κάποια στιγμή συναντήθηκα με τον άνθρωπο που έγραψε ένα βιβλίο σαν αυτό που έχω στη βιβλιοθήκη μου τώρα, κι ας μην(;)είμαι παιδί -δυστυχώς τα παιδιά της καινούργιας γενιάς, σαν τη μαθήτριά μου, προτιμούν να διαβάζουν κατασκευάσματα ( αρνούμαι να τα αποκαλέσω βιβλία) με ήρωες-ανδρείκελα του καταναλωτισμού, σαν την Πάττυ και τη Μπάρμπι . Χαίρομαι αφάνταστα που βρήκε το δρόμο για το τυπογραφείο μετά από τόση απογοήτευση και μάχες με..κύκλωπες, σαν αυτούς που ανέφερα παραπάνω, μια τέτοια αυτοπροσωπογραφία. Τη χρειαζόμουν αυτή την ιστορία, αυτές τις γιορτές που ήταν οι χειρότερες της ζωής μου. Που δεν μπορούσα πια να πιστέψω στα όνειρα, σαν το Λουκά σου. Είχα σταματήσει να γράφω. Αισθανόμουν σαν νεκρό γράμμα. Δεν ξέρω αν γνωρίζεις τι είναι ένα νεκρό γράμμα. Είναι αυτό που το μήνυμα που περιέχει δεν έφτασε ποτέ στον παραλήπτη του. Που δεν ανοίχτηκε και δε διαβάστηκε ποτέ, ή ο παραλήπτης του το έστειλε πίσω στον αποστολέα, δίχως απάντηση. Μόνο που ο αποστολέας είχε μετακομίσει ή πεθάνει στο μεταξύ. Κι έτσι τελικά το γράμμα στοιβάζεται στο ταχυδρομείο και καταστρέφεται, μαζί με όλα τα άλλα νεκρά γράμματα.

Καμιά φορά, δίνεις όλη σου την ψυχή, την καρδιά σου έκθετη, πάνω στο μανίκι σου. Κι όμως δεν τη διαβάζουν. Ο παραλήπτης σου εξαφανίζεται χωρίς να σου πει αντίο, γιατί αλλάζει διεύθυνση. Απλά χάνεται, και τα γράμματά σου γυρίζουν πίσω, κλειστά στο φάκελο. Και τότε, είναι δύσκολο να συνεχίσεις να γράφεις. Να βρεις νόημα ξανά σε οποιασδήποτε μορφής δώσιμο -αδειάζεις σιγά-σιγά, με κάθε γράμμα που επιστρέφεται, μέχρι που νιώθεις πως ήρθε η ώρα πια να πάψεις να πιστεύεις στα όνειρα. Σε οποιεσδήποτε λέξεις.

Αλλά ο άνθρωπος δε μπορεί να ζήσει χωρίς όνειρα. Ο συγγραφέας χάνει την ταυτότητά του χωρίς τις λέξεις, το αίμα του. Κι οι δικές σου λέξεις, η δική σου ''παιδική'' ιστορία μου άπλωσε ένα χέρι πάνω απ' την άβυσσο ενώ έπεφτα. Πάντα έτσι γίνεται με 'μένα - τα χέρια που τραβιούνται απ' το δικό μου είναι από σάρκα και οστά, κι αυτά που απλώνονται να με πιάσουν είναι από λέξεις ή νότες. Ιστορίες και τραγούδια. Είναι η πρώτη φορά που μου δίνεται η ευκαιρία να ευχαριστήσω τον άνθρωπο πίσω τους -μέχρι τώρα, οι άλλοι Άγνωστοι Φίλοι μου (για 'μένα δεν είναι οξύμωρο σχήμα αυτό) ήταν είτε νεκροί, που η φωνή τους αντηχεί ακόμη εδώ κάτω, είτε κατοικούσαν πολύ μακριά, σε παγωμένους τόπους που μοιάζουν στη Νοέλα πολύ περισσότερο από αυτόν εδώ. Και είναι αδύνατο να βρεις τη διεύθυνσή τους.

Χάρη στην ιστορία σου ήθελα και πάλι να γράψω. Θυμήθηκα πως ίσως, κάποτε, και η δική μου ιστορία μπορεί να γίνει χέρι που θα πιάσει κάποιον πάνω απ' το κενό. Θα του θυμήσει πως υπάρχουν ακόμα, και θα υπάρχουν πάντα, άνθρωποι που ψάχνουν μέσα τους για μαργαριτάρια και διαμάντια στη στάχτη, και τα δίνουν, σε όλους ανεξαιρέτως -δεν έχει σημασία αν οι άλλοι μπορούν να τα πάρουν, εκείνοι όμως τα δίνουν. Συναισθηματικά ατρόμητοι. Τις ιστορίες τους, τα τραγούδια τους, ότι πολυτιμότερο έχουν μέσα τους, στην κάθε ''Λένα'' εκεί έξω, τον κάθε άγνωστο που μπορεί να, ή μπορεί να μην, καταλάβει.

Λες ''υπάρχουν πολλοί λόγοι για να σταματήσω να γράφω.'' Αλλά, το Τραγούδι του Χρόνου σου έδωσε χαρά κι ελπίδα σε 'μένα, και μάλιστα την ΠΡΩΤΟΧΡΟΝΙΑ. Ταξίδεψα πίσω, στο μαγικό κόσμο των βιβλίων των παιδικών μου χρόνων. Ένιωσα την ίδια εκείνη ''αλλόκοσμη'' αίσθηση, που σε πολύ λίγα βιβλία έχω καταφέρει να ξαναβρώ στα ενήλικα χρόνια μου - κι ένας θεός ξέρει μόνο πόσα έχω διαβάσει. Αν το βιβλίο σου είχε εκδοθεί στο εξωτερικό, ίσως να ήταν τώρα best seller. Κι έτσι όμως, είναι ένα μαγικό δώρο ομορφιάς για μας που σε διαβάζουμε. Για 'μένα, φτάνει αυτό για να μη σταματήσεις ποτέ να γράφεις. Είναι σπουδαίο -όπως και το να κάνεις έναν εν δυνάμει συγγραφέα να μην τα παρατήσει, και να θέλει να συνεχίσει να γράφει. Παράξενα πράγματα συμβαίνουν και σ' αυτό τον κόσμο. Ποιός θα το περίμενε, να με βοηθήσει το βιβλίο κάποιου που ταυτόχρονα μπόρεσα και δεν μπόρεσα να γνωρίσω. Να το διαβάσω τελικά, όχι χάρη στο ότι κάποτε σε συνάντησα και μου το σύστησες, αλλά χάρη σε μια σύμπτωση ,απ' αυτές που ταιριάζουν περισσότερο στα βιβλία. Άρα, κι οι κύκλοι αυτού εδώ του πεζού και θεοσκότεινου κόσμου, μπορούν να είναι καμιά φορά μαγικοί.
Μην σταματήσεις ποτέ να γράφεις, γιατί συγγραφέας γεννιέσαι, δε γίνεσαι. Κι εσύ, έχεις πέρα από κάθε αμφιβολία γεννηθεί συγγραφέας. Γιατί το ξέρω πως ξέρεις πως δεν πεθαίνουμε ποτέ. Είμαστε ταξιδιώτες.

Αν ο Ελύτης ζούσε, και διάβαζε το βιβλίο σου, θα σου έλεγε πως έκανες άλμα μεγαλύτερο απ' τη φθορά. Ο Ελύτης δε ζει, αλλά εγώ ζω και σε διάβασα. Αν και δεν είμαι ούτε σπουδαία ποιήτρια, ούτε επαγγελματίας κριτικός της λογοτεχνίας, πιστεύω πως το έκανες το άλμα. Και σαν αναγνώστρια αλλά και ως άνθρωπος, σ' ευχαριστώ για την ιστορία που μου χάρισες. Η δική μου ιστορία, που οδεύει ξανά προς την ολοκλήρωσή της με αφόρητο κόπο αυτές τις μέρες -υπάρχουν μέρες που γράφεις κι οδηγείς διαστημόπλοιο, κι άλλες που οδηγείς μια αργή, κωπήλατη βαρκούλα, σίγουρα το έχεις νιώσει κι εσύ - είναι μια ιστορία όπου παίζει βασικό ρόλο ένα νεκρό γράμμα. Δε βρίσκει ποτέ τον αληθινό παραλήπτη του. Το διαβάζει όμως ένας άλλος άνθρωπος, που το βρίσκει πεταμένο στη λάσπη, ένα βράδυ που νιώθει κι αυτός ακριβώς έτσι -νεκρό, πεταμένο γράμμα. Κι ύστερα, από μια παραξενιά της τύχης (τον από μηχανής θεό/ συγγραφέα :) αποστολέας και παραλήπτης συναντιούνται πραγματικά. Φυσικά, όλο αυτό είναι μια μεταφορά για τη σχέση του συγγραφέα με τη συγγραφή και τους αναγνώστες του. Γράφουμε ιστορίες γιατί εμείς οι ίδιοι είμαστε ιστορίες. Άλλωστε, ο ένας μου ήρωας είναι μουσικός, κι ο άλλος συγγραφέας. Η ιστορία μου είναι επίσης μια ιστορία για το τι σημαίνει να χάνεις την αθωότητά σου, όπως είναι κι η δικιά σου. Και για το αν, και πώς, μπορείς να την ξαναβρείς.

''Κάθε έργο τέχνης είναι κι ένα έργο πίστης αλλιώς δε θα ξεκινούσαμε ποτέ να το δημιουργήσουμε. Είναι ένα μήνυμα μέσα σε μπουκάλι, μια κραυγή στο σκοτάδι που λέει: ''Είμαι εδώ και πιστεύω πως είσαι κι εσύ κάπου εκεί και θα μου απαντήσεις. Θα μου απαντήσεις κάποια στιγμή μέσα στο χρόνο, αν κι όχι απαραίτητα κατά τη διάρκεια της ζωής μου. ''
Το είπε η Jeanette Winterson, αλλά μου το θύμισε το βιβλίο σου. Κι έτσι γράφω πάλι -κάποια μέρα, κάποιοι, κάπου, ακόμη κι αν δεν συμβεί κατά τη διάρκεια της ζωής μου, ίσως πάρουν και το δικό μου μήνυμα στο μπουκάλι αν το ρίξω στη θάλασσα του κόσμου. Και με διαβάσουν.
Ότι και να γράψω εδώ, δεν είναι αρκετό για να σ' ευχαριστήσω που μου θύμισες το όνειρό μου. Θα ερχόμουν να σου πω συγχαρητήρια για την έκδοση του πρώτου μέρους της ιστορίας σου αυτοπροσώπως, όμως δε γίνεται...Κι έτσι κι αλλιώς, είμαι απ' τους ανθρώπους που δε μπορούν να εκφραστούν καλά, παρά μόνο γραπτά. Τα λόγια μου, προφορικά θα ήταν πολύ λίγα. Μάλλον δε θα κατάφερναν να τιμήσουν την ιστορία σου όπως της αξίζει. Έτσι διάλεξα να σου γράψω, στο e-mail που αναφέρεις στο blog σου. Ελπίζω να το λάβεις.

Ευχαριστώ για το χρόνο σου - βλέπεις, αυτή ήταν από 'κείνες τις φορές που οδηγούσα διαστημόπλοιο. Δες πόσα πράγματα μου έφερε στο μυαλό το βιβλίο σου! Είναι ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ πολύ ΣΠΟΥΔΑΙΟ να προσφέρεις στον κόσμο μια ιστορία που κάνει τους άλλους να νιώθουν και να σκέφτονται. Δυο δραστηριότητες που δυστυχώς, τελούν υπό εξαφάνιση. Και όχι, δεν είναι όλα τα βιβλία έτσι. Δεν το κατορθώνουν όλα τα βιβλία αυτό. Τόσα πολλά απ' αυτά λειτουργούν σήμερα απλά ως υποκατάστατα prozac.

Καλή χρονιά σ' εσένα και τους αγαπημένους σου, μέσα απ' την καρδιά μου. Μου φαίνεται πως σε θυμάμαι να λες πως τόσο εσύ όσο κι η σύζυγός σου λατρεύατε τους Νightwish - σας αφιερώνω λοιπόν το Storytime, το τραγούδι ενός συγγραφέα, γραμμένο με τον μοναδικό, ειλικρινή τρόπο που μας έχει συνηθίσει ο Tuomas Holopainen. Ένα τραγούδι που νιώθω πως ταιριάζει απόλυτα σε μια οικογένεια που κατοικεί στη Νοέλα! Με συγκίνησε ιδιαίτερα που έγραφες πως η αγαπημένη σου κρατά τη Νοέλα στην καρδιά της -μ' έκανε απίστευτα χαρούμενη που στη ζωή μου συνάντησα έστω εκ του μακρώθεν κάποιον που το πιστεύει κι εκείνος αυτό. Η μαγεία, κι η αθωότητα, κι η ελπίδα, βρίσκονται πάνω απ' όλα στην καρδιά αυτών που αγαπάμε. Ιδιαίτερα σ' αυτή του ξεχωριστού αγαπημένου πλάσματος. Δεν υπάρχει τίποτα χειρότερο απ' το να σε κλειδώσει απ' έξω, σ' έναν παγερό κόσμο, αυτή η καρδιά. Οι περισσότεροι σήμερα ψάχνουν να βρουν τη μαγεία στα μέσα εντυπωσιασμού που χρησιμοποιούν οι θιασώτες της '' απόδρασης'' -οι οποίοι έχουν καταφέρει να προσδώσουν στη λέξη το περιεχόμενο της λιποταξίας. 'Οπως όμως έλεγε ο Τόλκιν, ενώ η λιποταξία είναι μια πράξη δειλίας, η απόδραση είναι υποχρέωσή μας. Είναι υποχρέωσή μας να αποδράσουμε απ' τη φυλακή του εχθρού και να πολεμήσουμε. Δραπετεύεις για να αλλάξεις την πραγματικότητα, κι όχι για να το σκάσεις απ' αυτή. Ο δραπέτης είναι διαφορετικός από τον λιποτάκτη, με τον οποίο τόσο συχνά μας μπερδεύουν, όσους γράφουμε. Αλλά δεν υπάρχει τρόπος να μάθεις την διαφορά αν δεν θυμάσαι αυτό που ξέρεις εσύ, και μακάρι να μην ξεχάσεις ποτέ - η μαγεία είναι στην καρδιά, είναι στα όνειρα. Και ούτε τα όνειρα μπορούν να επιβιώσουν, ούτε κι η καρδιά να συνεχίσει να χτυπά, χωρίς την αγάπη. Όσο το θυμάσαι, τα βιβλία σου θα είναι πάντα υπέροχα, κι εσύ για πάντα μαγικός συγγραφέας Εύχομαι ολόψυχα σε 'σένα και την οικογένειά σου, τους φύλακες της Νοέλα σου, υγεία, ότι επιθυμείτε, και βέβαια...να γράφεις πάντα υπέροχα βιβλία, που θα δίνουν ελπίδα, και θα ταξιδεύουν όσους περισσότερους από μας γίνεται.

Ευτυχισμένο το 2012, με έμπνευση και δημιουργικότητα
Με εκτίμηση

Λένα

Τετάρτη 21 Δεκεμβρίου 2011

Έγραψαν για τη Χώρα των Χαμένων Ευχών (Δεκέμβριος 2011)

Στο χωροχρόνο της φαντασίας και του παραμυθιού μας ξεναγεί το μυθιστόρημα «Το τραγούδι του Χρόνου» του πρωτοεμφανιζόμενου, Γιώργου Χατζηκυριάκου, που κυκλοφόρησε φέτος (2011) από τις «Βορειοδυτικές εκδόσεις».
Πρόκειται για ένα παιδικό εφηβικό μυθιστόρημα φαντασίας των 224 σελίδων, με πολύ ωραία εικονογράφηση που ταιριάζει στο κλίμα των Χριστουγεννιάτικων ημερών.


www.typologos.com
Βένη Παπαδημητρίου, δημοσιογράφος 14/12/2011


Τα Χριστούγεννα δεν τελειώνουν ποτέ

vivliolatreia.blogspot.com 15/12/2011



Και πάνω που όλοι οι... σοβαροί άνθρωποι ασχολούνται με τα..."σοβαρά" θέματα όπως η πολιτική, η οικονομία και το ever present ποδόσφαιρο(κοιμηθήκατε ή ακόμα) απομιζεριάζοντας τη μιζέρια τους μλώντας με λέξεις του 1.000.000 euro,που δεν σημαίνουν τίποτα για πράγματα που δεν...γνωρίζουν, ήρθε το "Τραγούδι του Χρόνου" με τις απλές του λέξεις να μου θυμίσει το feeling που έχουν οι μέρες των χριστουγέννων για τους ανθρώπους που θέλουν να χάνονται με υγιή τρόπο μέσα στη μαγεία των ιστοριών! Thank you Γιώργο!

Γιάννης Μουσούλης, αναγνώστης 17/12/2011



Γιώργο, με κάθε ειλικρινή διάθεση, δε με νοιάζει πόσο καλός είσαι στο επικό φανταστικό, αλλά το παιδικό είναι το χάρισμά σου, φίλε μου. Είμαι περίπου στη μέση και επιτέλους διαβάζω ένα βιβλίο που απευθείνεται σε παιδιά χωρίς να τα θεωρεί πνευματικώς καθυστερημένα. Όσοι δεν το έχετε δώσει ακόμη στα παιδιά σας κάνετε μέγα λάθος.

Ευθυμία Δεσποτάκη, συγγραφέας 21/12/2011



Το διάβασα, εξαιρετικό βιβλίο. Ότι πρέπει για παιδιά και για "μεγαλύτερα" παιδιά. Σπάνια μια "εποχιακή" ιστορία πετυχαίνει τόσα πολλά και τόσο άνετα. Η μόνη (ας πούμε παραπλήσια) ιστορία που μου έχει κεντρίσει το ενδιαφέρον μου τα τελευταία χρόνια είναι το κινηματογραφικό Πολικό Εξπρές του Ζεμέκις.
Όσον αφορά τη γραφή:
Χωρίς βερμπαλισμούς και φλυαρίες, straight to the point. Συνήθως είμαι καχύποπτος απέναντι σε βιβλία για το αν θα χρησιμοποιήσουν "καλολογικά στοιχεία" προς εντυπωσιασμό (και ενδεχομένως εκβιασμό) του νεανικού αναγνωστικού κοινού του. Εδώ όλα κυλάνε μια χαρά χωρίς φανφάρες.
Και τώρα η γκρίνια του Γερο-Χρόνου:
Γιατί καλοί μου άνθρωποι βγάλατε αυτό το βιβλιαράκι χίλια αντίτυπα, όπως λέτε στην τελευταία σελίδα; Θα σας τελειώσει και θα ψάχνεστε. Αυτό θέλει 5.000+. Δεν υπερβάλλω καθόλου, ούτε ονειροπολώ. Ναι, και στην Ελλαδαρουδάρα. Εσείς θα βγείτε κερδισμένοι. :)
Ένα μεγάλο μπράβο για τον Γιώργο και τις ΒΔ εκδόσεις.


Μάνος Λαγουβάρδος, εικονογράφος-συγγραφέας 23/12/2011



Tο βιβλίο ηταν τέλειο. Αν και θα ήΘελα περισσότερες λεπτομέρειες πάνω στην ιστορία της Νοέλα, το βιβλίο ηταν πολύ καλός σύντροφος(companion) και το τελείωσα σε κάτι λιγότερο από 20 ωρες.

Ορέστης, αναγνώστης 27/12/2011



Περπατούσα μέσα σε μια όμορφη πόλη και ένιωθα ξανά παιδί και απόλυτα ευτυχισμένη. Η Νοέλα είναι το πιο όμορφο μέρος που έχω επισκεφτεί, ένα μέρος που ο χρόνος σταματάει και τα όνειρα ζωντανεύουν μέσα σε χιονισμένα δρομάκια, κάτω από έναν έναστρο ουρανό, κάτω από ένα θεσπέσιο χριστουγεννιάτικο δέντρο όπου οι δεντρολαμπίτσες σε περιτριγυρίζουν χαρωπά και τραγούδια αγάπης αντηχούν από άκρη σε άκρη.
Δεν ήθελα να φύγω ποτέ από την Νοέλα ώσπου έφτασα στην σελίδα 224 με βαθιά λύπη, τότε συνειδητοποίησα ότι ήμουν μαγεμένη μέσα σε ένα κόσμο που έπλασε ένας ταλαντούχος συγγραφέας, που με το μαγικό του ραβδί άγγιξε με αυτή την ιστορία την καρδιά μου και με ταξίδεψε σε έναν φανταστικό κόσμο.
Για μένα αυτή είναι η επιτυχία ενός συγγραφέα, να καταφέρει να αγγίξει την καρδιά του αναγνώστη!
Συγχαρητήρια στο Γιώργο Χατζηκυριάκο και τις Βορειοδυτικές Εκδόσεις!


Μαριλένα Μέξη, εικονογράφος-συγγραφέας (Antara & Ninemia) 28/12/2011




Το βιβλίο το τελείωσα χθες. Δεν είμαι ακριβώς το κοινό του και δε θα κάτσω να το κρίνω σε βάθος.
Όμως μου άρεσε. Ειδικά από τη μέση και μετά που παίρνει εμπρός για τα καλά είναι καταπληκτικό, καταφέρνει μάλιστα να είναι παιδικό και ταυτόχρονα να σέβεται τη νοημοσύνη του αναγνώστη του, ενώ η δουλειά του Γιώργου πάνω στο βιβλίο αλλά και η μεστότητα του λόγου του και η ευαισθησία της γραφής ταιριάζουν απόλυτα στο ύφος του βιβλίου.
Καλές πωλήσεις εύχομαι και στο συγγραφέα και στην εκδότη, γιατί ήδη θεωρώ τη "Χώρα των Χαμένων Ευχών" επιτυχία για την ποιότητά του.

Μιχάλης Γεωργοστάθης, συγγραφέας 29/12/2011