Κυριακή, 22 Δεκεμβρίου 2013

Ο Λευτέρης Κεραμίδας για τη Χώρα των Χαμένων Ευχών (το κείμενο της παρουσίασης στο βιβλιοπωλείο Πατάκη 22/12/12)

Σήμερα πέρασε ένας ολόκληρος χρόνος από την ημέρα που πραγματοποιήθηκε στο βιβλιοπωλείο των εκδόσεων Πατάκη η δεύτερη παρουσίαση της Χώρας των Χαμένων Ευχών, που ήταν αφιερωμένη στη Φωτεινή. Ήταν ένα όμορφο μεσημέρι με καλή παρέα (το Λευτέρη και το Γιάννη) και ένα υπέροχο ακροατήριο σε έναν πολύ σπουδαίο χώρο. Μακάρι κάποια μέρα να επαναλάβουμε μια εκδήλωση όπως αυτήν, αν και όλα τα καλά χάνονται στο παρελθόν.
Ακολουθεί το κείμενο που έγραψε και διάβασε ο αγαπημένος μου φίλος Λευτέρης Κεραμίδας, συγγραφέας της επικής σειράς φαντασίας "Οι Γιοι της Στάχτης":

Καλήν εσπέραν, άρχοντες

Είχα την τύχη να διαβάσω το βιβλίο όταν ολοκληρώθηκε η γραφή του, πριν ξεκινήσει το δρόμο του για έκδοση. Είχα κάνει κάποιες παρατηρήσεις επί της γραφής, αλλά όταν ο Γιώργος μού ζήτησε μια γενική γνώμη, δεν ήξερα τι να πω. Όπως είπε κι ο Γιάννης στην προηγούμενη παρουσίαση, είναι «παιδικοεφηβικό» το βιβλίο κι εγώ ανήκω σε μια γενιά που μεγάλωσε χωρίς «εφηβική λογοτεχνία». Την εποχή μας υπήρχαν μόνο παιδικά και ενήλικα έργα. Είναι ούτως ή άλλως μόδα των τελευταίων 40 ετών αυτό το young adult και η εγχώρια παραγωγή παραμένει σχεδόν ανύπαρκτη ακόμα κι αν το εφηβικό κοινό έχει και στην Ελλάδα αναγνωριστεί ως σημαντικό: έχει χρόνο και όρεξη να καταβροχθίζει σειρές ολόκληρες από χοντρούς τόμους.

Τέλος πάντων, είχα ψάξει όταν διάβασα τη Νοέλα (δεν είχε ακόμη τίτλο το βιβλίο) κι είχα βρει ένα πολύ καλό άρθρο που είχε γράψει ο Μάνος Κοντολέων, ένας από τους ελάχιστους πρωτοπόρους της εφηβικής λογοτεχνίας στη χώρα μας. Το θυμήθηκα πρόσφατα, το εντόπισα ξανά και ιδού η φράση που μου είχε μείνει περισσότερο για τον έφηβο αναγνώστη:


Το βιβλίο που θα τον αγγίξει πρέπει να είναι στο ίδιο ύψος με εκείνον, αλλά παράλληλα να μπορεί να τον σπρώξει και λίγο πιο πάνω. Λίγο όμως – τόσο ώστε να μη το φοβηθεί, αλλά ούτε και τόσο λίγο ώστε να αισθανθεί πως τον απαξιώνει.


Νομίζω πως αυτή η περιγραφή ταιριάζει στην «Πόλη των Χαμένων Ευχών». Αλλά δε φτάσαμε εκεί μέσα σε μια νύχτα. Το συγκεκριμένο βιβλίο είναι αποτέλεσμα χρόνων δουλειάς και πολλαπλών διαδοχικών εκδοχών. Κυριολεκτικά εκδοχών, όχι διορθώσεων. Ο Γιώργος εγκατέλειπε εντελώς αυτό που έγραφε και ξεκινούσε ξανά από το μηδέν. Αυτό και μόνο δείχνει αξιοθαύμαστη επιμονή και αγάπη, αλλά ακόμη περισσότερη φαίνεται από το γεγονός πως ο Γιώργος συμπύκνωσε το αρχικό φιλόδοξο όραμά του των 12 βιβλίων ώστε να χωρέσει σε δώδεκα μέρη τεσσάρων βιβλίων. Για να το πετύχει αυτό και για να ενσωματώσει τις παρατηρήσεις που του κάναμε διάφοροι φίλοι τότε.

Είναι μεγάλος άθλος αυτό, μην το βλέπετε απλό. Δεν είναι εύκολο να βάλεις κάτω το έργο σου και να κόψεις ένα κομμάτι, να το αντικαταστήσεις με κάτι άλλο, ενώ ο εγωισμός σου σου λέει πως είναι ήδη καλό και δε θέλει καμιά αλλαγή. Πάντως ο Γιώργος βγήκε νικητής από τη δοκιμασία αυτή, διδάχτηκε σημαντικά πράγματα για τη συγγραφή και το αποτέλεσμα τον δικαίωσε, κρίνοντας από το βιβλίο όπως το πρωτοδιάβασα και το βιβλίο όπως εκδόθηκε τελικά.

Για να πάμε επιτέλους και στο περιεχόμενό του, αφορά δυο παιδιά που ξαφνικά κι ανεξήγητα βρίσκονται σε έναν άλλο κόσμο, τη Νοέλα, με σχεδόν ολική αμνησία. Σχεδόν το μόνο που θυμούνται είναι τα ονόματά τους, Λουκάς και Φωτεινή. Ψάχνουν τις μνήμες τους και το δρόμο της επιστροφής σε μια αναζήτηση που αποδεικνύεται επική.

Η Νοέλα είναι ένας τόπος στον οποίο είναι πάντα νύχτα και πάντα Χριστούγεννα, μια ευχάριστη βραδιά που δεν τελειώνει ποτέ και όπου ο Χρόνος είναι άγνωστη έννοια. Το χιόνι είναι το σημάδι πως πρέπει να πάνε για λίγο στα κρεβάτια τους οι κάτοικοι και να ξεκουραστούν.

Δεν είναι τυχαίο το όνομα Νοέλα, προέρχεται από τη γαλλική λέξη για τα Χριστούγεννα. Ούτε είναι και τυχαίος κόσμος. Ενσωματώνει όλα τα εορταστικά έθιμα και ονόματα του δυτικού κόσμου από όλες τις χώρες, με την Αγγλία και γενικά τη Βόρεια Ευρώπη σε τιμητική θέση, μιας και αυτές καθόρισαν την εικόνα των Χριστουγέννων που έχουμε όλοι σήμερα, ακόμη κι οι Ιάπωνες που στολίζουν δέντρα και δρόμους όπως τα βλέπουν στις ταινίες, χωρίς να υπάρχει κάποια θρησκευτική έννοια στις πράξεις τους. Ο Γιώργος έκανε πολλή δουλειά, περιλαμβάνοντας τόσες αναφορές που σ’ εμάς τους Έλληνες πάνε χαμένες οι μισές! π.χ. Μπεφάνα είναι η καλοκάγαθη μάγισσα που γεμίζει κάλτσες με ζαχαρωτά στην Ιταλία (όχι Χριστούγεννα ή Πρωτοχρονιά, αλλά τα Φώτα=Επιφάνια=Μπεφάνα), ενώ τα δώδεκα μέρη της ιστορίας είναι προς τιμήν του δικού μας δωδεκαημέρου.

Οι γιορτές είναι μια περίοδος του έτους που ο Γιώργος την αγαπάει ειλικρινά και την άφησε να γίνει το όραμά του, αντί να βάλει την ίδια ή την πλοκή στην προκρούστειο κλίνη για χάρη της άλλης. Για παράδειγμα, στα δέντρα υπάρχουν λαμπάκια που αναβοσβήνουν, αν και ο ηλεκτρισμός είναι άγνωστος στη Νοέλα. Δεν είναι μαγικά, αλλά ανθρωπάκια σε μέγεθος πυγολαμπίδας, οι δεντρολαμπίτσες. Είναι τεμπέλικα και τους αρέσει να χουζουρεύουν στα δέντρα, ενώ το χρώμα τους και η έντασή του αλλάζει με τη διάθεσή τους. Μου φάνηκε πολύ έξυπνο αυτό σαν ιδέα, γιατί δεν είναι μια απλή εξήγηση, αλλά δημιουργεί χαρακτήρες που παίζουν ρόλο στην ιστορία. Με στενοχωρεί όταν βλέπω σε παιδικά βιβλία (αλλά και σε ενήλικα του φανταστικού) να περιγράφονται συνηθισμένα αντικείμενα και να τους δίνεται κάποιο μαγικό υπόβαθρο χωρίς κανέναν λόγο, απλά και μόνο για να έχει αυτοκίνητα ή πιστόλια ο μαγικός κόσμος στον οποίο διαδραματίζονται.

Για να επιστρέψω στους αριθμούς με νόημα και στους πρωταγωνιστές, το βιβλίο έχει τριπλή δομή, με βάση τις ηλικίες, σαν την μυθική διαίρεση της γυναίκας σε Κόρη-Μητέρα-Γριά. Εδώ έχουμε τον ανήλικο ως παιδί-νεαρό έφηβο-μεγαλύτερο έφηβο ή – πιο γνώριμο σ’ εμάς – μαθητή Δημοτικού-Γυμνασίου-Λυκείου. Ο Λάμπρος, ο μεγάλος αδελφός του Λουκά και της Φωτεινής, είναι προς το παρόν αθέατη παρουσία και αόριστη ανάμνηση, αλλά πολύ χαρακτηριστικός. Απόμακρος από τους μικρότερους και τους μεγαλύτερους, καπνίζει θυμωμένος με τους φίλους του.

Με το Λουκά και τη Φωτεινή σαν ισότιμους πρωταγωνιστές και τη συμπεριφορά του καθενός τους σωστά απεικονισμένη για την ηλικία τους (9 και 12), το βιβλίο είναι και παιδικό και εφηβικό ταυτόχρονα. Νομίζω πως ένα παιδί του δημοτικού που θα το διαβάσει και θα το απολαύσει, μπορεί να επανέλθει όταν θα πάει στο Γυμνάσιο και να βρει πράγματα που δεν τα είχε καταλάβει στην πρώτη ανάγνωση. Και υποθέτω πως και στο Λύκειο ή ως ενήλικας, θα βρει ξανά καινούρια πράγματα, γιατί ο ίδιος ο συγγραφέας είναι ενήλικας και δε μπορεί να αποδυθεί εντελώς τον εαυτό του.

Ο Λουκάς μοιάζει κάποιες φορές να είναι σε πιο κεντρική θέση από την αδελφή του, είναι λίγο πιο κοντά στους μεγαλύτερους αναγνώστες. Το παίζει άντρας, θέλει να γίνει ήρωας, αλλά είναι και άντρας ήδη, καθώς νιώθει ευθύνη για τη Φωτεινή και τον εμποδίζει να ανοιχτεί μια καχυποψία προς όλους τους αγνώστους.

Όμως η Φωτεινή βρίσκεται σε μεγαλύτερη αρμονία με τη Νοέλα γιατί βρίσκεται ακόμα στην αγνή παιδική ηλικία. Λειτουργεί περισσότερο με το ένστικτο και περιμένει πάντα το καλύτερο από τους άλλους. Αυτό της επιτρέπει να έχει μεγαλύτερη πρόσβαση στις χαμένες της μνήμες, να αποφεύγει τις κακοτοπιές στις οποίες ο Λουκάς σκοντάφτει κάθε τόσο και τελικά να περνάει γενικώς καλύτερα. Ακριβώς έτσι και η Νοέλα είναι αγνή και ενστικτώδης, γιατί ενστικτώδες φαίνεται πως πιστεύει ο Γιώργος πως είναι το καλό, η φυσική ροπή του ανθρώπου.

Ο κακός του βιβλίου είναι ο Χρόνος που προσπαθεί να παρεισφρήσει στην αιώνια Νοέλα και να την υποβαθμίσει. Είναι «ένας ζηλιάρης» κατά το κείμενο, αυτός που κάνει τη ζωή μας πιο πολύπλοκη, πιο δύσκολη, λιγότερο αυθόρμητη και τελικά την εμποδίζει να είναι γεμάτη μαγεία και καλοσύνη, όπως είναι για τα παιδιά κι όπως θα μπορούσε να είναι για όλους μας.

Πέρα από τις εορταστικές αναφορές, υπάρχουν κι άλλες. Ο Λουκάς παίρνει το όνομά του από το λατινικό lux που σημαίνει φως, όπως και το όνομα της Φωτεινής, ενώ ο αδελφός τους είναι ο λαμπρός Λάμπρος. Το δε επώνυμό τους είναι Λουμιέρη, από τη γαλλική λέξη για το φως. Με τον ίδιο τρόπο κλείνει το μάτι γενικά ο συγγραφέας. Όποιος θελήσει να ψάξει, θα βρει κάτι από τον Τόλκιεν, τον Ντίκενς, τη Νάρνια ή τον Άντερσεν, αναφορές γεμάτες εκτίμηση. Ο Γιώργος ξέρει και παραδέχεται πως δεν ανακαλύπτει τον τροχό. Μπορεί να είναι ο πρώτος που παντρεύει τα Χριστούγεννα με το φανταστικό, απομακρύνοντάς τα από το παραμύθι προσχολικής ηλικίας και τον στεγνό ηθικοδιδακτισμό, αλλά δεν είναι ο πρώτος που γράφει φανταστική λογοτεχνία ή χριστουγεννιάτικο αφήγημα.

Για την ίδια τη γραφή, αυτό που έχω να πω είναι πως το κείμενο κατορθώνει να κρατάει την προσοχή του αναγνώστη, ειδικά του μικρού σε ηλικία, προσφέροντας ολοένα και κάτι καινούριο, θαυμαστό ή τρομακτικό, ισορροπώντας τέλεια ανάμεσα στην υπερβολική και στη λιγοστή λεπτομέρεια. Έχει ρυθμό και μια αρμονία σχεδόν μουσική. Καλώς το ονόμασε «Τραγούδι του Χρόνου» ο Γιώργος γιατί τραγούδι είναι. Γι’ αυτό επέλεξα να μη διαβάσω και κάποιο απόσπασμα, γιατί όπως μια νότα είναι ευχάριστος ήχος αν το όργανο είναι καλοκουρδισμένο αλλά δε σημαίνει τίποτε από μόνη της, έτσι κι εδώ ένα κομμάτι του κειμένου θα σας έδινε μια καλή εικόνα των συγγραφικών ικανοτήτων του Γιώργου, αλλά θα αδικούσε το σπουδαίο βιβλίο που έπλεξε εναρμονίζοντας ένα σωρό τέτοια κομμάτια.

Υπάρχουν πολλοί τρόποι που θα μπορούσα να κλείσω, αλλά πιστεύω πως ο καλύτερος είναι να σας θυμίσω ότι ο Γιώργος έχει περάσει κάποιες φορές τις γιορτές δουλεύοντας εντατικά σε εμπορικό. Κι όταν μας δείχνει πόσο διασκεδάζουν όλοι στη Νοέλα φτιάχνοντας δώρα για τους άλλους ή τραγουδώντας τους τα κάλαντα, θέλει να μας δείξει πως ακόμη κι εκείνοι που δεν έχουν άδεια μπορούν να περάσουν καλά τα Χριστούγεννα. Αρκεί να μην πάμε σ’ αυτούς φορτωμένοι με σακούλες, βιαστικοί, θυμωμένοι από την κίνηση και το σπρωξίδι. Αλλά να τους ζητήσουμε βοήθεια για να βρούμε αυτό που φανταζόμαστε γι’ αυτούς που αγαπάμε. 


Λευτέρης Κεραμίδας
22/12/12
Βιβλιοπωλείο Πατάκη

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου